Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2008

The revenge of the pink bunny

Η Σελήνη είχε μαυρίσει. Εκείνος ήξερε τι προμήνυε. Έπρεπε να σωθεί. Αυτή την φορά έπρεπε να το σταματήσει. Τι σοι άντρας ήταν αν δεν μπορούσε να το σταματήσει; Να κάτι που αναρωτιόταν τώρα μόλις για πρώτη φορά. Πρώτη φορά μέσα σε 10 χρόνια. Πήρε το βλέμμα του από το μικρό παράθυρο του υπογείου. Στράφηκε στην κλειδωμένη πόρτα. Κατέβηκε από το καρεκλάκι που είχε να κοιτάει πίσω από το φιμε μικρό τζάμι. Η Σελήνη είχε μαυρίσει και η Λιλιθ ,όπως κάθε μαυρισμένη Σελήνη, γεννιόταν ξανά μέσα στο σπίτι που τον έθαβε. Τον κατάπινε. Μυαλό σβησμένο. Οι κλειδωνιές ακούστηκαν. Ήταν ώρα. Η φιγούρα της φάνηκε μέσα από άπλετο φως. Δεν ήρθε όμως για να λυτρώσει. Η Σελήνη είχε μαυρίσει. Εκείνη κατέβαινε τα σκαλιά όπως κάθε μαυρισμένη Σελήνη. Τα πρώτα χρόνια τον ακινητοποιούσε με taser. Όμως της έπαιρνε χρόνο για τον ετοιμάσει. Έτσι ένα ηλιόλουστο μεσημέρι του 5ου Απρίλη, έβαλε σε κάθε άκρο του μια αλυσίδα και κάθε αλυσίδα πέρασε μέσα από τρύπες στα δοκάρια του υπογείου, φτάνοντας σε τέσσερις τροχαλίες. Η Σελήνη είχε μαυρίσει και η Λιλιθ, όπως κάθε μαυρισμένη Σελήνη, γεννιόταν ξανά μέσα στο σπίτι που τον κατάπινε. Οι τροχαλίες γύρισαν. Οι αλυσίδες τράβηξαν βίαια το σώμα πίσω. Πρώτα τα πόδια. Μετά το αριστερό του χέρι. Οι πατούσες του πονούσαν, τριμμένες στο πάτωμα. Μετά το άλλο χέρι. Θύμιζε τον Άνθρωπο του Βιτρούβιου. Εκείνη το σκέφτηκε και χαμογέλασε. Ήταν έτοιμος. Πλησίασε. Εκείνος γύρισε το κεφάλι. Τον φίλησε στο λαιμό. Στο στήθος. Στις πληγές. Τις δάγκωσε. Τις άνοιξε ξανά και έσκισε το δέρμα ακόμα περισσότερο. Γλείφοντας το αίμα του ψιθύρισε “Σε έχω ανάγκη” . Σήκωσε το κεφάλι της και άφησε το αίμα να κυλήσει. Τον κοίταξε. Τα δάκρυα του κυλούσαν μέχρι την αρχή του λαιμού του. Φαινόταν να μην του ‘χει μείνει δύναμη για τίποτα άλλο. Έσκυψε ξανά το κεφάλι της. Τον πήρε στο στόμα της. Γεύτηκε οικείο σπέρμα. Σηκώθηκε και έβαλε το πόδι της γύρω από την μέση του. Πήρε στο χέρι της το πέος του και το έβαλε μέσα της. Γαντζώθηκε πάνω του και πίστεψε πως έκαναν έρωτα. Ξανά. Η Σελήνη μαυρισμένη. Εκείνος ακόμα δεμένος. Σχεδόν αναίσθητος. Εκείνη στο πάτωμα ξαπλωμένη. Θα ερχόταν αργότερα τον περιποιηθεί με ευλάβεια. Τώρα είχε τα πόδια ψηλά και ακουμπισμένα στον τοίχο δίπλα του. Αυτή την φορά θα ζούσε. Στον κόσμο θα το έφερνε ζωντανό. Το παιδί της. Τόσες φορές νεκρό το ‘χε γεννήσει. Στο αποχωρητήριο του σπιτιού. Και με τιμές πάντα το έθαβε. Στην αυλή. Διάσπαρτα λοφακια χώματος και πάνω απ’ αυτά ο κήπος της. Με αγάπη και αυτός φτιαγμένος. Όπως όλα γύρω της. Όλα με αγάπη και με τα χέρια. Από τα μικράτα της δουλεμένα. Από τότε που ‘χε απομείνει μονάχη. Πόσο αλήθεια, της έλειπαν η Μητέρα και η αδερφή της. Μα δεν έφταιγε αυτή. Η κακιά η στιγμή ήταν. Δεν έπρεπε όμως και αυτές να της φωνάξουν τόσο. Ήξεραν άλλωστε ότι οι πονοκέφαλοι της γινόντουσαν ανυπόφοροι μερικά βράδια. Η Σελήνη ψηλά και η Λιλιθ όπως κάθε μαυρισμένη Σελήνη, περί τις εντεκαμιση, σηκώθηκε. Γύρισε ξανά τις τροχαλίες και ελευθέρωσε εκείνο το σώμα το αντρικό που φύλαγε. Αυτό σωριάστηκε στο πάτωμα. Δεν γύρισε καν να το κοιτάξει. Κίνησε να φύγει. Πατώντας στο δεύτερο σκαλί, άκουσε ήχο από τις αλυσίδες. Πριν προλάβει να γυρίσει ένιωσε έναν οξύ πονο. Ζεστη στο πίσω μέρος του κεφαλιού και σκοτάδι. Η Σελήνη ασπρίζει σιγά σιγά. Εκείνη στα σκαλιά. Με ανοιγμένο κεφάλι. Δίπλα της πεταμένο το καρεκλάκι. Και τα κλειδιά από τις αλυσίδες. Τα ‘χε πετάξει αυτός. Αυτός που τώρα τρέχει μέσα στο σπίτι να βρει την έξοδο. Την βρίσκει. Βγαίνει στην αυλή. Περνά γρήγορα ανάμεσα στα λαχανικά του κήπου και τα λουλούδια. Τρέχει σε ένα μικρό δρομάκι. Περνά από την αυλόπορτα έξω από το κτήμα και νιώθει επιτέλους ελεύθερος. Μέσα σε χωράφια γεμάτα από ψηλά πράσινα καλαμπόκια. Πάνω από το κεφάλι του φως από το φεγγάρι. Γυμνός. Χωρίς έγνοια πια. Κάτι πάτησε. Ένας πόνος κοντά στον αστράγαλο. Παραπατά και πέφτει. Κοιτάζει πίσω του. Μια μικρή γκριζοπρασινη ουρά χάνεται ανάμεσα στους βλαστούς. Ψηλαφίζει την πληγή. Λίγο αίμα και ένα οίδημα που φουσκώνει. Σηκώνεται. Ζαλίζεται. Κοιτάζει δεξιά. Τίποτα. Αριστερά. Ένα σκιάχτρο δίπλα του. Κάνει προσεχτικές κινήσεις και το πλησιάζει. Σκίζει μια λωρίδα υφάσματος και δένει σφιχτά το πόδι περίπου στην γάμπα. Χαμογελάει ξανά (ζαλίζεται). Δεν έχει παπούτσια (ζαλίζεται). Πρέπει να γυρίσει στο σπίτι. Νιώθει πολύ κουρασμένος. Εκείνη έχει φάρμακα. Μετά από κάθε της επίσκεψη (ζαλίζεται) ερχόταν να τον περιθάλψει με ένα βαλιτσάκι φαρμακείου. Έχει και παπούτσια εκεί (ζαλίζεται). Είκοσι βήματα και θα τα καταφέρει. Κάνει τα δυο πρώτα και λυποθυμα.

5 σχόλια:

Νατάσα Ζαχαροπούλου είπε...

Καλησπέρα.
Ἐλπίζω ἐσύ νά εἶσαι ὄρθιος!

Ο ψεύτικος Πέτρος είπε...

Εγω σιγουρα!
Ο του διηγηματος δεν ξερω...
Θα δειξει!
Καλημερα

Elementstv είπε...

Συνεχιζεται???Παντως πολυ πρωτοτυπο διηγημα για ελληνικα δεδομενα...

Ο ψεύτικος Πέτρος είπε...

elementstv: I hope so...

photonio είπε...

καλημερεσ , σχολιο μετα δεν προλαβαινω τωρα .

μια εικονα χιλιες λεξεις, ενα βιντεο πόσες;

Loading...

Myspace profile:Πήγα κ' ήρθα, που λενε...

Αν με βαρεθηκες...

Σημειωση για τις ετικετες...

Θεώρησα πρέπον να αναφέρω τον δημιουργό και τον τίτλο του έργου τέχνης που επισυνάπτω κάθε φορά στην εκάστοτε ανάρτηση… Ελπίζοντας να βοηθήσω έστω και λίγο την αισθητική μας… Δείτε λοιπόν τις ετικέτες…

Κατα καιρους...

Για Μένα

VerveEarth (Τι να κανω αφου με παρακαλεσανε οι ανθρωποι να τους διαφημισω!!!)

ok...that's just ego!!!