Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστοριες Blog-παράνοιας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστοριες Blog-παράνοιας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2010

Κλαδιά στο μέτωπο


Χάθηκα. Τον δρόμο έχασα. Κοινωνώ τα πάθη και γίνομαι ένα ίδιο και γω. Σα να τρέχω πίσω από το φως μια πυγολαμπίδας. Που θα πάει να αναρωτιέμαι αλλά αν έχει νόημα να μην με νοιάζει.
Τα δέντρα πυκνώνουν και το φως λιγοστεύει. Μονάχα το αχνό φως του εντόμου. Με χτυπάνε κλαδιά στο μέτωπο. Βάζω τα χέρια μπροστά μου. Αν συνεχίσω έτσι θα την χάσω.
Στο τελευταίο βήμα βγαίνω στο φως. Δυνατό φως. Ένα ξέφωτο. Μου παίρνει λίγη ώρα να συνηθίσω. Τα χέρια ακόμα ψηλά, στα μάτια. Γδαρσίματα γεμάτα. Τα ρούχα μου ξέφτια. Κάνω τάχα να τιναχτώ και σκύβω το κεφάλι. Το ένα παπούτσι είναι γεμάτο σβουνιές. Έτσι όπως τρέχω, καιρό τώρα, στα σίγουρα θα έπεφτα σε λάσπες και θα πατούσα περιττώματα ζώων.
Είναι γεμάτο αυτό το δάσος με ζώα. Τα ακούς. Άλλα μακριά, άλλα κοντά σου. Φωνές δυνατές και αδύναμες. Έχω δει κάνα δυο από δαύτα, έτσι ξώφαλτσα. Ένα το χα αγγίξει κιόλας. Πέρασε από δίπλα μου. Ελάφι νόμιζα. Αρσενικό περήφανο. Τελικά ήταν ένα θηλυκό καμπουριασμένο γκνου. Πως τα μπέρδεψα τόσο πολύ; Μέχρι και τα χρώματα; Να μην ξεχάσω να κανονίσω μια επίσκεψη στον οφθαλμίατρο μου… τζάμπα τα πλήρωσα τόσα λεφτά τα δίχρωμα τα Rayban?
“Χαρά μου;”.
Γυρνάω το κεφάλι και ψάχνω την φωνή. Ένα φως με προλαβαίνει. Στα δεξιά. Δέσμες ξεχύνονται διαλύοντας κορμούς, φυλλωσιές, το χώμα. Δεν μπορώ να σηκώσω ξανά τα χέρια. Δεν μπορώ να κουνηθώ. Τι συμβαίνει;
“Χαρά μου;” …ένα φιλί στο μάγουλο…
”Ξύπνα, αργήσαμε”.
Και πάνω απ’το κεφάλι μου βλέπω να στέκεται ένα άσπρο άλογο.
Μήπως να πάω και ψυχίατρο;

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2009

Σκοτεινή Μητέρα


Το ζευγάρι ήταν εκεί.
Πίσω από το τζάμι, ο Ρομπερτ , προσπαθούσε να συγκρατήσει τον θυμό του. Έσφιγγε τις γροθιές του και κατέβαλλε προσπάθεια να ακούσει τον μεταφραστή του.
«Τους ρωτάει ποιος τους είπε για τα διαμάντια», του ψιθύρισε.
Το αστυνομικό τμήμα στο Μπενιαπουκούρ, ήταν από τα ελάχιστα που διέθεταν αίθουσα ανακρίσεων με τζάμι διπλής όψης. Στο δρόμο και η αστυνομία, για τον εκσυγχρονισμό μιας Ινδίας που κοιμόταν ακόμα τον ύπνο που της επέβαλλαν οι δεισιδαιμονίες των ιθαγενών της.
Σε αυτή την χώρα του ενός δισεκατομμυρίου κατοίκων, είχε έρθει ο Ρόμπερτ Λούζακ με την γυναίκα του και τον μικρό Σέτα. Σε αυτή την χώρα, σαν βελόνα στα άχυρα, έψαχνε τον Ντας, τον μεγάλο ποιητή που είχε εξαφανιστεί και όλοι τον θεωρούσαν νεκρό εδώ και 7 χρόνια. Κανείς δεν μπορούσε, ή δεν ήθελε να πει, που βρισκόταν. Ίσως να μην ήθελε και ο ίδιος να βρεθεί. Αν ήταν ακόμα ζωντανός.
Αλλά κανείς στον κόσμο δεν μπορούσε να κρυφτεί για πολύ καιρό από τον κύριο Λουζακ. Έφερε τούμπα όλη την Καλκούτα και τελικά τον εντόπισε. Να σαπίζει, ασθμαίνοντας τις τελευταίες του ανάσες, από την λέπρα, σε ένα κρυμμένο ναό της Θεάς κοντά στο λιμάνι.
«Πόσο απουκριστικα όμορφα δένουν όλα», ψέλλισε.
«Πως είπατε;», ρώτησε ο μεταφραστής.
«Τίποτα…τίποτα»,είπε σκύβοντας το κεφάλι.
«Πείτε μου σας παρακαλώ, τι λένε».
Το βλέμμα του σηκώθηκε ξανά και καρφώθηκε με μίσος στο αντρόγυνο που βρισκόταν μέσα στην αίθουσα.
«Κάθε νύχτα βλέπαμε το ίδιο όνειρο», είπε ο άντρας.
«Δεν φταίμε εμείς, σας τ’ ορκίζομαι» πετάχτηκε η γυναίκα και πριν καλά καλά τελειώσει την φράση της, ο σύντροφος της την κοίταξε αγριεμένος, και αυτή μαζεύτηκε ξανά στην μεταλλική καρέκλα.
Ήταν όμορφη. Μέσα στο μπεζ παντελόνι της και το άσπρο πουκάμισο, ήταν απλά όμορφη. Έδειχνε σαν να μοιράζεται τα ρούχα με τον άντρα της. Φορούσε ακριβώς τα ίδια, μόνο που εκείνος δεν είχε σηκωμένα τα ρεβέρ του. Ήταν ψηλότερος απ’ αυτή και ακόμα πιο όμορφος.
Στο μυαλό του Ρομπερτ ήρθαν μνήμες από ιστορίες που ‘χε ακούσει για τελετές που υπόσχονται αιώνια νεότητα και ομορφιά, αν θυσιάσεις ένα μωρό και φας την καρδιά του. Απομάκρυνε αμέσως αυτές τις εικόνες από το κεφάλι του. Άλλωστε ο Σέτα είχε ακόμα την καρδούλα του. Παρόλα αυτά υπέκυψε από το «τραύμα στην κοιλιακή χώρα», όπως τον ενημέρωσε ο ιατροδικαστής, λίγη ώρα πριν.
Στην κοιλιά ενός μωρού παιδιού λοιπόν, μόλις 15 μηνών, έψαχναν αυτά τα δυο κτήνη, για λίγα πετράδια. Έτσι τους έλεγε στα όνειρα τους εκείνη.
«Ποια είναι εκείνη;» ρώτησε ένας φανερά εκνευρισμένος αστυνομικός.
«Η φοβερή Κάλι, η «Σκοτεινή Μητέρα», η Θεά του Χρόνου, της Μεταμόρφωσης και της Καταστροφής» απάντησε ο άντρας, σχεδόν περήφανος και η γυναίκα δίπλα του ξέσπασε σε κλάματα.

Βασισμενο στο βιβλιο του Dan Simmons "Το τραγουδι της Κάλι"

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2009

Με φωναζε Daniel...


Έτρεχε.
Κοιτώντας πίσω της.
Η ανάσα κοφτή.
Τα μάτια δακρυσμένα.
Παραπάτησε.
Κοντό σορτσάκι.
Τα γόνατα σκίστηκαν.
Κάτω χαλίκια.
Την ακολουθούσα αργά. Για ένα παράξενο λόγο δεν μπορούσε να απομακρυνθεί. Πάντα έμενε στο οπτικό μου πεδίο. Ελάχιστα Φώτα. Γύρω της δέντρα. Την κατάπινε το σκοτάδι αλλά εγώ ακόμα μπορούσα να την δω. Μούγκριζε. Η γλώσσα της κόπηκε και καυτηριάστηκε. Δεν μπορούσα να την ακούω να με φωνάζει Daniel.
Παραπάτησε.
Κοντό σορτσάκι.
Στο μηρό της καρφώθηκε μια σκλήθρα. Τρομαγμένη κοίταζε μια το πόδι της και μια εμένα. Πλησίαζα. Μα δεν είχα σκοπό να της κάνω άλλο κακό. Αν με παρακαλούσε “σωστά” , μπορεί και να την βοηθούσα. Τώρα έφευγε. Στην αγκαλιά του δάσους μέσα. Πυκνά δέντρα. Το φως στέρευε. Αυτή τυφλά σχεδόν περπατησε. Έβαλα night Shot στην κάμερα μου και συνέχισα.
Παραπάτησε.
Κοντό σορτσάκι.
Άλλες δυο φορές.
Δεν την διέκρινα πια καθαρά. Αλλά την άκουγα. Σχεδόν δίπλα μου. Κλαδιά έσπαγαν κάτω από τα πόδια της. Είχε ακόμα δυνάμεις. Χτύπησε πάνω σε ένα κορμό. Το φως είχε χαθεί. Συνέχισε αργά. Με απλωμένα τα χέρια. Είδα από την μηχανή μου πως πλησίαζε στον Κύκλο. Όταν το ένα της πόδι πέρασε μέσα στο ξέφωτο, το ένιωσε και κείνη. Έκλεισα την οθόνη αλλά συνέχισα να τραβάω. Σταμάτησα. Σταμάτησε. Ακούστηκε ένα σύρσιμο. Γύρισε απότομα το κεφάλι της. Το πρώτο ζευγάρι από αυτά τα κίτρινα μάτια, άναψε. Πίσω από τον ώμο της άλλο ένα. Δεν χρειαζόταν να δω κάτι άλλο. Δεν θα μου το επέτρεπαν άλλωστε. Με αργά βήματα και την πλάτη στον Κύκλο, άρχισα να απομακρύνομαι. Μια σταγόνα νερού έπεσε στα μαλλιά μου. Μέχρι να βγω από το δάσος είχε αρχίσει η καταιγίδα που σκέπαζε κάθε ήχο. Έτσι και αλλιώς δεν θα την άκουγα ποτέ ξανά να ουρλιάζει. Έβαλα το χέρι στην τσέπη και αισθάνθηκα ακόμα ζεστή τη γλώσσα της.




Σιγοψιθύρισα..."When I run in the dark, Daniel
To a place that's worst?
Under a sheet of rain in my heart Daniel
I dream of home"








Δευτέρα 23 Μαρτίου 2009

Ένας άντρας κάτω από χούφτες χώμα...


Στο ρετιρέ του Αργύρη στην Κυψέλη ήταν η πρώτη φορά που πήγαινε. Ήταν βέβαια και η πρώτη φορά που έβγαινε με εκείνον.
Βρέθηκαν μετά από μήνες γνωριμίας. Μιλούσαν μόνο από το msn. Αραιά και που. Αλλά ναι, ουσιαστικά είχαν γνωριστεί διαδικτυακα εδώ και κάμποσο καιρό. Έμοιαζε σαν να είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου για να βρεθούν και από κοντά. Μάλλον ο συγχρονισμός τους ήταν αδύναμος τόσο καιρό και τώρα απλά τους έριξε ένα βλέμμα και ο θεός.
“Δεν ξέρω αν το κατάλαβες αλλά σου την πέφτω στεγνά”.
“Τότε σίγουρα αυτό το ραντεβού δεν θα πάει χαμένο” απάντησε ο Στάθης.
Την επομένη τηλεφώνησε ο ένας στον άλλο. Κανόνισαν. Βρέθηκαν για μια μπύρα. Η μια μπύρα έγινε δεύτερη και η δεύτερη έγινε γελοία ατάκα, που όμως κάποιος έπρεπε να ξεστομίσει.
“Έχεις πάει ποτέ Κυψέλη;”.
Το σεξ για τον Αργύρη δεν ήταν το ζητούμενο. Το καλό σεξ όμως ήταν προαπαιτούμενο. Είχε ήδη απορρίψει έναν μικρόφαλλο και μια «κρεβατοκουνιαμπέλα» πολύ πρόσφατα.
Το σεξ για τον Στάθη ήταν η προϋπόθεση. Εδώ ευτυχώς υπήρχε έλξη και το είχε νιώσει στο πρώτο βλέμμα. Θα περνούσε καλά. Ήταν σίγουρο. Είχε χωρίσει πρόσφατα. Δεν θα έμπαινε στη διαδικασία άλλης μια σχέσης. Είχε κουραστεί. Ειλικρινά.
Άνοιξε η πόρτα από το ρετιρέ. Το σπίτι ήταν οικείο. Παράξενο αλλά του φαινόταν τόσο γνώριμο. Έπεσαν στο κρεβάτι πολύ γρήγορα. Άλλωστε για αυτό δεν είχαν πάει εκεί; Το σεξ του φάνηκε επίσης οικείο. Σα να είχαν ξαναβρεθεί. Η αγκαλιά; Πάλι οικεία. Το φιλί; Ναι και αυτό! Τι στο καλό συνέβαινε; Έπρεπε να το εντοπίσει. Έπρεπε να ξαναβρεθούν.
Με αυτά στο μυαλό του αποκοιμήθηκε με το κεφάλι του Αργύρη στο στήθος του.
Ξαναβρέθηκαν την επόμενη. Και τη μέρα μετά από αυτή. Και ξανά μετά. Και κάθε βράδυ η ίδια αίσθηση. Το ίδιο δυνατή. Αλλά συνεχώς πιο γλυκιά. Πιο έντονη. Πιο ανθρώπινη. Πιο “εμείς”.
Για τον Αργύρη που το καλό σεξ ήταν προαπαιτούμενο και τον Στάθη που ήταν πολύ νωρίς για άλλη μια σχέση, το σεξ είχε γίνει έρωτας, η αγκαλιά πατρίδα και το φιλί λιωμένη σοκολάτα και δεν κοιμήθηκαν χωριστά για δυο ολόκληρα χρόνια.
Ώσπου μια νύχτα η καρδιά του Αργύρη χτύπησε πολύ δυνατά. Από χαρά.
Και σταμάτησε. Με ένα χαμόγελο.
Το τελευταίο χαμόγελο σε κείνο το ρετιρέ στην Κυψέλη.


“Σου’χα υποσχεθεί μια βόλτα στο Λυκαβηττό,… Κυριακή μεσημέρι… με ήλιο καρδιά μου”, ψέλλισε ο Στάθης.
“Που είσαι;”.


Ένα λευκό τριαντάφυλλο γλίστρησε από το χέρι του και χάθηκε κάτω από χούφτες χώμα

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2009

Δωματιο νοσοκομειου


πόσο χρόνο έχω ακόμα
όσο θες, είπε ο μικρός στην πόρτα
ο πετρος γύρισε το κεφάλι του στο κρεβάτι και κράτησε το χέρι του σφιχτά
ξέρω με ακούς, ξέρω πολλά που δεν ξέρεις, θα σου φανεί αστείο αλλά ακόμα χορεύω μόνος σπίτι, όταν έχω χρόνο μαγειρεύω κιόλας, σάπια κρέατα, φόνισσες και αρουραίους
κάποιος έρχεται τον ειδοποίησε ο μικρός
Ναι, τώρα
Θέλω να σου πω πως ότι και να γίνει πάντα θα σε μισώ ή μάλλον έτσι νομίζω. Με έμαθες να ζω για μένα και για αυτό δεν πρόκειται να ακούσεις ευχαριστώ ποτέ.
Κρύψου είπε ο μικρός και φτερούγισε αθόρυβα προς τη λάμπα του διαδρόμου
Ακούστηκαν λίγα βήματα
Ο πετρος γύρισε το κεφάλι τρομαγμένος
Σηκώθηκε απότομα και πήδηξε μέσα στο κουτί με τα σπίρτα
Από την ανοιχτή πόρτα μπήκε το πρώτο πόδι.
Κοίταξε το άδειο κρεβάτι.
Μπήκε και το δεύτερο
Μυρίζει θειάφι εδώ μέσα
Να βάλουμε παγίδες
Έλα τώρα να πλύνουμε τον άρρωστο
Μα θα βρέξει

Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2008

"Έχεις αλλάξει Απόστολε" (μια ακόμα σουρεαλιστική ιστορία)


«Σκέφτομαι πόσο έχεις αλλάξει. Το πρόβλημα φυσικά ξεκινάει από το «σκέφτομαι». Αν ήμουν λιγότερο αναλυτικός νους, όλα θα ήταν ωραία και καθαρά». Ένα αυτοκίνητο με σπασμένη εξάτμιση πέρασε έξω από τον δρόμο μπροστά στο γραφείο. Σήκωσα το κεφάλι και το βλέμμα χάθηκε. Μαζί με τον ήχο της εξάτμισης που σβήνει. Πίσω. Στα σύννεφα. Μαύρα σύννεφα. Ερχόταν βροχή. Την περίμενα μέρες. Θα μου έπλενε και το μπαλκόνι. Ότι έχω κάνει δεν ξέρω ποιος θα ξεπλύνει αλλά αυτό είναι άλλο θέμα. Τώρα βέβαια που το ξανασκέφτομαι δε είναι καθόλου άλλο θέμα διότι… «Αναρωτιέμαι πόσο έχεις αλλάξει. Δεν ξεχνώ τι σε άλλαξε. Έφταιγα εντάξει. Ένα συγνώμη δεν αρκούσε το καταλαβαίνω. Ακόμα και ένα ειλικρινές συγνώμη δεν θα μπορούσε να τα διορθώσει όλα. Αλλά γιατί όταν ρωτάς αν είναι όλα εντάξει, η απάντηση είναι το ναι, παρόλο που απέχει πολύ από να την πεις ειλικρινή απάντηση; Μετά απλά αφήνεις το χρόνο να κάνει δουλειά. Δεν ξέρεις όμως αν θα δουλέψει για σένα ή εναντίον σου. Συνήθως εναντίον σου δουλεύει σε αυτές τις περιπτώσεις. Σου κλείνει το στόμα και την μύτη μέχρι να σκάσεις. Όλο και κάποιος θα είναι γύρω σου όταν θα γίνει αυτό. Παράπλευρα θύματα. Δεν θα την πάθω μόνο εγώ που στην έπαιξα την στραβή. Όχι. Θα την πληρώσουν και κάνα δυο κολλητοί, η μάνα σου που της τα λες όλα και ο κυρ Γιώργος που σου ‘φερε πάλι μεσ’τη ζάχαρη τον κολοκαφε. Τρελά νεύρα ο Αποστόλης». Δεν έκλεινε το στόμα της. Πολυβόλο. Καθισμένη απέναντι μου. Είχε ζητήσει να με δει. Ευτυχώς δεν είχα και πολύ δουλειά. Η γραμματέας μου άλλαξε τα πρωινά ραντεβού και μάλλον θα της έλεγα να το κάνει και για τα υπόλοιπα. Είχε αρχίσει να με πιάνει πονοκέφαλος. Χτύπησα στον καφετζή μας. «Κυρ Γιώργο, μου φέρνεις ένα Deponακι; Αναβραζον…ευχαριστώ». Είχε σταματήσει ευτυχώς να μιλάει και καταλάβαινα από το έκπληκτο ύφος της ότι δεν περίμενε να την διακόψω έτσι. Δεν έδινα φράγκο για το τι μου τσαμπούναγε. «Έχεις αλλάξει, Απόστολε» μου είπε, καταβάλλοντας προσπάθεια να με γεμίσει ενοχές. Το μόνο που κατάφερε ήταν να κρατιέμαι να μην γελάσω. Ακούς εκεί, «Απόστολε»! Η αλήθεια είναι ότι πλέον ήταν βαρετή. Ότι και αν μου έχει κάνει αυτό που έμενε ήταν η αίσθηση της πλήξης. Είναι χειρότερο. Αντί να έχεις θυμό μέσα σου έχεις το κενό. Αδιαφορία. «Θες να τα πούμε μια άλλη φορά με την ησυχία μας;» την ρώτησα. Κανείς δεν μας είχε ενοχλήσει αλλά τι να της έλεγα; Η βροχή είχε αρχίσει να χτυπά στο τζάμι. Ήθελα να βγω έξω. «Εντάξει, σε αφήνω να δουλέψεις. Πάρε με όταν μπορέσεις. Πρέπει να την τελειώσουμε αυτή την κουβέντα». Φυσικά δεν θα την πάρω ποτέ ξανά τηλέφωνο. Το υπογράφω. Αποστόλης.

Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2008

fruit punch κατά συρροήν (μια μάλλον...αστεία ιστορία)


« Νομίζω κατά τις οκτώ είναι καλά», έγραψε και κλικαρε «Αποστ.». Μα τι εύκολα που είχαν γίνει τα πράγματα. Τώρα πια μπορούσε να επικοινωνεί με όλους. Όχι facebook και χαζά. Blogs. Προσωπικά κείμενα. Τα ‘σωψυχα τους έβγαζαν εκεί μέσα. Καλά όχι και όλα. Πως θα μπορούσε άλλωστε.
Έγραφε υπέροχα πράγματα. Σχεδόν συγκινητικά. Πως ήταν μια ψυχή μόνη, πως είχε περάσει δύσκολα, προβλήματα υγείας είχε, απόρριψης θέματα και άλλα διάφορα δακρύβρεχτα. Μια αράχνη που υφαίνει τον ιστο-λόγιο της με λεπτές κινήσεις. Άρχισε να επισκέπτεται άλλα blogs. Θα άφηνε κάτι σαν μυρωδιά που θα την ακολουθούσαν τα ζουμερά και αθώα παιδάκια μέχρι πίσω στο λημέρι του. Τσίμπησαν.
Μετά από τα σχόλια στις αναρτήσεις τους, αντάλλασσαν και διευθύνσεις για το msn. Η μικρή τους παρέα. Εκεί έπρεπε να συντηρεί την εικόνα που είχε δημιουργήσει αλλά να δείχνει και την χαρούμενη πλευρά του. Αυτή την πλευρά που όλοι θέλουν να βγάλουν για καφέ. Σοβαρός ,μετρημένος με χιούμορ. Τι άλλο να ζητήσει κανείς.
Φωτογραφίες βεβαίως και διακινήθηκαν. Καλλιτεχνικές όμως, να μην πολυφαινεται. Όλο και κάποιος θα τον είχε δει στις εφημερίδες. Ευτυχώς που είχε περάσει η είδηση στα ψηλά. Ευτυχώς ,κυρίως , που είχε περάσει και για την αστυνομία στα ψηλά. Ένα δυλεπτο στο τοπικό κανάλι, ένα μονόστηλο στην τοπική εφημερίδα και μια μικρή αναφορά σε κυριακάτικο φύλλο του Αυγούστου. Δηλαδή σα να λέμε πουθενά.
Τέλος πάντων δεν θα καθόταν να πολύ σκεφτεί. Άλλωστε είχε ραντεβού απόψε.
Μετά από πέντε μήνες στην «μπλογκοσφαιρα» κανόνισε την πρώτη συνάθροιση. Όχι με πολλούς. Τέσσερις. Ένας μόνο straight. «Δεν νομίζω να μου χαλάσει τη φάση» είπε. Φυσικά όλα τα της συνάντησης μέσω msn. Δεν θα ρίσκαρε να είναι αναρτημένο το χρονικό ενός προαναγγελθέντος μακελειού στο ιντερνετ σε κοινή θέα.



«Ο χρηστής 5thelement λέει “Τα λέμε στις οκτώ”» εμφανίστηκε στην οθόνη. Έστειλε και αυτός ένα «C ya» σε όλους και έβγαλε ένα τσιγάρο από το πακέτο του. Άναψε και έγειρε πίσω στην μεγάλη δερμάτινη πολυθρόνα του.
Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό. Είχε ,όπως πάντα , τα στόρια κατεβασμένα. Μόνο το φως της οθόνης του Υπολογιστή. Αυτού του υπέροχου κατασκευάσματος. Σχεδόν το αγαπούσε αυτό το μηχάνημα. Αν ποτέ κατάφερε να αγαπήσει κάτι. Thanks to this σήμερα θα είχε μια υπέροχη βραδιά. Αν όλα πήγαιναν καλά. Αλλά και γιατί να μην πάνε; Δεν ήταν και πρωτάρης.
«Πάμε μια επανάληψη» σκέφτηκε φωναχτά. Συνάντηση έξω από το μετρό και ποτό στο Hoxton. Έτσι κανόνισε αλλά δεν θα εμφανιζόταν. Από το μπαλκόνι του είναι πολύ εύκολο να τους δει κάτω στην πλατειά. Κρυμμένος πίσω από τις περιποιημένες του γλάστρες. Θα προφασιζόταν ότι δεν έτοιμος ακόμα και θα τους καλούσε σπίτι. Θα ανέβαιναν γιατί «η θέα από το μπαλκόνι μου είναι εκπληκτική». Γκάζι, μεζονέτα-ρετιρέ, μπαλκόνι στην πλατειά. Πώς να αντισταθεί μια αδερφή σε αυτό τον συνδυασμό; Αφού ανέβαιναν θα τους έβαζε ένα ποτό και έπειτα το μπολ με το, ήδη έτοιμο, δροσιστικό φρουιτ-παντς θα έκανε τα υπόλοιπα. Όχι ακριβώς το μπολ με το ποτό αλλά το Rohypnol που έχει σαν κρυφό συστατικό. Το μαγικό συστατικό. Μετά όλα θα έπαιρναν το δρόμο τους. Φαντασία να υπάρχει.
Τα εργαλεία του επίσης δεν έπρεπε να ξεχάσει. Το νάιλον και…τι άλλο; Τι άλλο; Την ποδιά και την μάσκα -ευτυχώς που είδε εκείνη την ταινία με τον Μπειλ (κούκλος) και πήρε ιδέες. Διαφορετικά γίνονται όλα χάλια. Γεμάτα πιτσιλιές. Δεν βλέπεις τι κόβεις. Όπως την τελευταία… «Γαμώτο!» φώναξε και έτρεξε γρήγορα στις σκάλες.
Κατέβηκε στον κάτω όροφο και πήγε στην αποθήκη. Εκεί, δίπλα στον πρακτικό όντως, υπερμεγέθη καταψύκτη είχε την παλιά ξύλινη ντουλάπα του. Άνοιξε και κοίταξε την γυμνή κοπέλα που αναίσθητη και δεμένη με σχοινιά, κρεμόταν σαν παλτό στην κρεμάστρα με το ένα της πόδι να λείπει από το γόνατο και κάτω. Αυτό το είχε ξεχάσει τελείως. Έπρεπε να την είχε τελειώσει όταν ήταν η ώρα της. Έστω και πρόχειρα. Τώρα ήταν αργά. Έπρεπε να μείνει εκεί. Θα της έκανε ακόμα μια ένεση –να’ναι καλά η νοσηλευτική, δεν πήγαν τζάμπα οι σπουδές- και θα την σκότωνε αργότερα. Μάλλον όχι σήμερα. Δεν θα προλάβαινε με τόση δουλειά που είχε με τους άλλους. Μα τέσσερις; Είχε «ασχοληθεί» και με περισσότερους αλλά τώρα ήταν διαφορετικά τα πράγματα. Κυρίως λόγω ηλικίας. Σαν να είχε σκουριάσει.
Τέλειωσε με το κορίτσι και ξανανέβηκε για να ετοιμαστεί. Χάλια τα νεύρα του. Έβαλε ένα ποτό, ήπιε μια γεμάτη τζούρα και βγήκε στο μπαλκόνι. Έβαλε στο στόμα ένα τσιγάρο. Έκανε καμιά δεκαριά προσπάθειες να ανάψει. Ώρες ώρες θόλωνε τόσο πολύ που οι κινήσεις του ήταν ασυντόνιστες, χωρίς σκέψη, σαν να μην έβλεπε μπροστά του. Όπως και τώρα. Αλλά για στάσου… δεν είναι σαν τις άλλες φορές. Κοίταξε κάτω στην πλατεία. Θαμπά. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του. Νύσταζε; Μα τι στο καλό; Σαν να είχε πάρει υπνωτικά. Κοίταξε και το ποτήρι στα χέρια του. Από πού το γέμισε;
Από το μπολ!
«Τι;…
Φτου σου ρε πούστη!»

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2008

The revenge of the pink bunny

Η Σελήνη είχε μαυρίσει. Εκείνος ήξερε τι προμήνυε. Έπρεπε να σωθεί. Αυτή την φορά έπρεπε να το σταματήσει. Τι σοι άντρας ήταν αν δεν μπορούσε να το σταματήσει; Να κάτι που αναρωτιόταν τώρα μόλις για πρώτη φορά. Πρώτη φορά μέσα σε 10 χρόνια. Πήρε το βλέμμα του από το μικρό παράθυρο του υπογείου. Στράφηκε στην κλειδωμένη πόρτα. Κατέβηκε από το καρεκλάκι που είχε να κοιτάει πίσω από το φιμε μικρό τζάμι. Η Σελήνη είχε μαυρίσει και η Λιλιθ ,όπως κάθε μαυρισμένη Σελήνη, γεννιόταν ξανά μέσα στο σπίτι που τον έθαβε. Τον κατάπινε. Μυαλό σβησμένο. Οι κλειδωνιές ακούστηκαν. Ήταν ώρα. Η φιγούρα της φάνηκε μέσα από άπλετο φως. Δεν ήρθε όμως για να λυτρώσει. Η Σελήνη είχε μαυρίσει. Εκείνη κατέβαινε τα σκαλιά όπως κάθε μαυρισμένη Σελήνη. Τα πρώτα χρόνια τον ακινητοποιούσε με taser. Όμως της έπαιρνε χρόνο για τον ετοιμάσει. Έτσι ένα ηλιόλουστο μεσημέρι του 5ου Απρίλη, έβαλε σε κάθε άκρο του μια αλυσίδα και κάθε αλυσίδα πέρασε μέσα από τρύπες στα δοκάρια του υπογείου, φτάνοντας σε τέσσερις τροχαλίες. Η Σελήνη είχε μαυρίσει και η Λιλιθ, όπως κάθε μαυρισμένη Σελήνη, γεννιόταν ξανά μέσα στο σπίτι που τον κατάπινε. Οι τροχαλίες γύρισαν. Οι αλυσίδες τράβηξαν βίαια το σώμα πίσω. Πρώτα τα πόδια. Μετά το αριστερό του χέρι. Οι πατούσες του πονούσαν, τριμμένες στο πάτωμα. Μετά το άλλο χέρι. Θύμιζε τον Άνθρωπο του Βιτρούβιου. Εκείνη το σκέφτηκε και χαμογέλασε. Ήταν έτοιμος. Πλησίασε. Εκείνος γύρισε το κεφάλι. Τον φίλησε στο λαιμό. Στο στήθος. Στις πληγές. Τις δάγκωσε. Τις άνοιξε ξανά και έσκισε το δέρμα ακόμα περισσότερο. Γλείφοντας το αίμα του ψιθύρισε “Σε έχω ανάγκη” . Σήκωσε το κεφάλι της και άφησε το αίμα να κυλήσει. Τον κοίταξε. Τα δάκρυα του κυλούσαν μέχρι την αρχή του λαιμού του. Φαινόταν να μην του ‘χει μείνει δύναμη για τίποτα άλλο. Έσκυψε ξανά το κεφάλι της. Τον πήρε στο στόμα της. Γεύτηκε οικείο σπέρμα. Σηκώθηκε και έβαλε το πόδι της γύρω από την μέση του. Πήρε στο χέρι της το πέος του και το έβαλε μέσα της. Γαντζώθηκε πάνω του και πίστεψε πως έκαναν έρωτα. Ξανά. Η Σελήνη μαυρισμένη. Εκείνος ακόμα δεμένος. Σχεδόν αναίσθητος. Εκείνη στο πάτωμα ξαπλωμένη. Θα ερχόταν αργότερα τον περιποιηθεί με ευλάβεια. Τώρα είχε τα πόδια ψηλά και ακουμπισμένα στον τοίχο δίπλα του. Αυτή την φορά θα ζούσε. Στον κόσμο θα το έφερνε ζωντανό. Το παιδί της. Τόσες φορές νεκρό το ‘χε γεννήσει. Στο αποχωρητήριο του σπιτιού. Και με τιμές πάντα το έθαβε. Στην αυλή. Διάσπαρτα λοφακια χώματος και πάνω απ’ αυτά ο κήπος της. Με αγάπη και αυτός φτιαγμένος. Όπως όλα γύρω της. Όλα με αγάπη και με τα χέρια. Από τα μικράτα της δουλεμένα. Από τότε που ‘χε απομείνει μονάχη. Πόσο αλήθεια, της έλειπαν η Μητέρα και η αδερφή της. Μα δεν έφταιγε αυτή. Η κακιά η στιγμή ήταν. Δεν έπρεπε όμως και αυτές να της φωνάξουν τόσο. Ήξεραν άλλωστε ότι οι πονοκέφαλοι της γινόντουσαν ανυπόφοροι μερικά βράδια. Η Σελήνη ψηλά και η Λιλιθ όπως κάθε μαυρισμένη Σελήνη, περί τις εντεκαμιση, σηκώθηκε. Γύρισε ξανά τις τροχαλίες και ελευθέρωσε εκείνο το σώμα το αντρικό που φύλαγε. Αυτό σωριάστηκε στο πάτωμα. Δεν γύρισε καν να το κοιτάξει. Κίνησε να φύγει. Πατώντας στο δεύτερο σκαλί, άκουσε ήχο από τις αλυσίδες. Πριν προλάβει να γυρίσει ένιωσε έναν οξύ πονο. Ζεστη στο πίσω μέρος του κεφαλιού και σκοτάδι. Η Σελήνη ασπρίζει σιγά σιγά. Εκείνη στα σκαλιά. Με ανοιγμένο κεφάλι. Δίπλα της πεταμένο το καρεκλάκι. Και τα κλειδιά από τις αλυσίδες. Τα ‘χε πετάξει αυτός. Αυτός που τώρα τρέχει μέσα στο σπίτι να βρει την έξοδο. Την βρίσκει. Βγαίνει στην αυλή. Περνά γρήγορα ανάμεσα στα λαχανικά του κήπου και τα λουλούδια. Τρέχει σε ένα μικρό δρομάκι. Περνά από την αυλόπορτα έξω από το κτήμα και νιώθει επιτέλους ελεύθερος. Μέσα σε χωράφια γεμάτα από ψηλά πράσινα καλαμπόκια. Πάνω από το κεφάλι του φως από το φεγγάρι. Γυμνός. Χωρίς έγνοια πια. Κάτι πάτησε. Ένας πόνος κοντά στον αστράγαλο. Παραπατά και πέφτει. Κοιτάζει πίσω του. Μια μικρή γκριζοπρασινη ουρά χάνεται ανάμεσα στους βλαστούς. Ψηλαφίζει την πληγή. Λίγο αίμα και ένα οίδημα που φουσκώνει. Σηκώνεται. Ζαλίζεται. Κοιτάζει δεξιά. Τίποτα. Αριστερά. Ένα σκιάχτρο δίπλα του. Κάνει προσεχτικές κινήσεις και το πλησιάζει. Σκίζει μια λωρίδα υφάσματος και δένει σφιχτά το πόδι περίπου στην γάμπα. Χαμογελάει ξανά (ζαλίζεται). Δεν έχει παπούτσια (ζαλίζεται). Πρέπει να γυρίσει στο σπίτι. Νιώθει πολύ κουρασμένος. Εκείνη έχει φάρμακα. Μετά από κάθε της επίσκεψη (ζαλίζεται) ερχόταν να τον περιθάλψει με ένα βαλιτσάκι φαρμακείου. Έχει και παπούτσια εκεί (ζαλίζεται). Είκοσι βήματα και θα τα καταφέρει. Κάνει τα δυο πρώτα και λυποθυμα.

Myspace profile:Πήγα κ' ήρθα, που λενε...

Αν με βαρεθηκες...

Σημειωση για τις ετικετες...

Θεώρησα πρέπον να αναφέρω τον δημιουργό και τον τίτλο του έργου τέχνης που επισυνάπτω κάθε φορά στην εκάστοτε ανάρτηση… Ελπίζοντας να βοηθήσω έστω και λίγο την αισθητική μας… Δείτε λοιπόν τις ετικέτες…

Για Μένα

VerveEarth (Τι να κανω αφου με παρακαλεσανε οι ανθρωποι να τους διαφημισω!!!)

ok...that's just ego!!!