
“Μη και κουνήσεις το δαχτυλάκι σου. Όλα στο πιάτο. Μα σαν τι νόμιζες είναι οι σχέσεις Πέτρο; Εκδρομή; Θέλει δουλειά. Δουλειά.
Αλλά τι σου λέω εσένα; Όλα στη ζωή σου έτοιμα δεν τα βρήκες; Η θεά τύχη ήταν στην κούνια σου από πάνω. Δεν σου υποσχέθηκε λαχεία και λάμψη, μα το ταλέντο του χειραγωγού και "εύκολες δουλειές" σου χάρισε χρόνια ολόκληρα. Μαριονέτες στα χέρια σου οι άνθρωποι. Γλώσσα ξυράφι να κόβει τα σχοινιά. Κάποιες φορές να σκίζει σάρκες.
Να που τώρα στέκεσαι πάνω από άλλο ένα αποτέλεσμα της απίστευτης αυτής σου ικανότητας. Στα πόδια σου μπροστά ένα σώμα τσακισμένο. Τα παπούτσια σου τα καλοκαιρινά μουσκεμένα στο αίμα. Μα τα μάτια πάνω σ’αυτό το πρόσωπο να σε κοιτάνε ακόμα με θαυμασμό, αγάπη και λατρεία.
Θα μετανιώσεις ποτέ για όσα έχεις κάνει; Θα πεις ποτέ ένα αληθινό συγνώμη; Θα σφίξεις μια αγκαλιά ανθρώπινη; Θα παραδεχτείς μια φορά; Μόνο μια. ‘Η θα ξανακοιτάξεις γύρω σου διερευνητικά και θα πεις «Ήταν αυτοάμυνα»!!!”.
Το μόνο που κατάφερε να ψελλίσει ο Πέτρος ήταν ένα «Μα…».
Τον έσπρωξα μακριά από το σώμα. Παραπάτησε και ίχνη αιμάτινα σχηματίστηκαν στο έδαφος.
Έσκυψα και έβγαλα από την κόκκινη λίμνη τον άντρα που μας αγάπησε. Ξεκίνησα με όσο πιο γρήγορο βήμα μπορούσα.
«Θα έρθεις αργά ή γρήγορα να με βρεις», φώναξε ο Πέτρος πίσω μου. «Θα με παρακαλάς!», τώρα ούρλιαζε.
Δεν γύρισα ούτε για μια στιγμή.
Είχα πληγές να κλείσω.
Αν και ξέρω. Μόλις συνέλθει αυτός ο άντρας που τώρα χωμένος στην αγκαλιά μου νιώθει τη μπόρα να έχει περάσει, θα ψιθυρίσει του Πέτρου το όνομα και όχι το δικό μου.
Αλλά τι σου λέω εσένα; Όλα στη ζωή σου έτοιμα δεν τα βρήκες; Η θεά τύχη ήταν στην κούνια σου από πάνω. Δεν σου υποσχέθηκε λαχεία και λάμψη, μα το ταλέντο του χειραγωγού και "εύκολες δουλειές" σου χάρισε χρόνια ολόκληρα. Μαριονέτες στα χέρια σου οι άνθρωποι. Γλώσσα ξυράφι να κόβει τα σχοινιά. Κάποιες φορές να σκίζει σάρκες.
Να που τώρα στέκεσαι πάνω από άλλο ένα αποτέλεσμα της απίστευτης αυτής σου ικανότητας. Στα πόδια σου μπροστά ένα σώμα τσακισμένο. Τα παπούτσια σου τα καλοκαιρινά μουσκεμένα στο αίμα. Μα τα μάτια πάνω σ’αυτό το πρόσωπο να σε κοιτάνε ακόμα με θαυμασμό, αγάπη και λατρεία.
Θα μετανιώσεις ποτέ για όσα έχεις κάνει; Θα πεις ποτέ ένα αληθινό συγνώμη; Θα σφίξεις μια αγκαλιά ανθρώπινη; Θα παραδεχτείς μια φορά; Μόνο μια. ‘Η θα ξανακοιτάξεις γύρω σου διερευνητικά και θα πεις «Ήταν αυτοάμυνα»!!!”.
Το μόνο που κατάφερε να ψελλίσει ο Πέτρος ήταν ένα «Μα…».
Τον έσπρωξα μακριά από το σώμα. Παραπάτησε και ίχνη αιμάτινα σχηματίστηκαν στο έδαφος.
Έσκυψα και έβγαλα από την κόκκινη λίμνη τον άντρα που μας αγάπησε. Ξεκίνησα με όσο πιο γρήγορο βήμα μπορούσα.
«Θα έρθεις αργά ή γρήγορα να με βρεις», φώναξε ο Πέτρος πίσω μου. «Θα με παρακαλάς!», τώρα ούρλιαζε.
Δεν γύρισα ούτε για μια στιγμή.
Είχα πληγές να κλείσω.
Αν και ξέρω. Μόλις συνέλθει αυτός ο άντρας που τώρα χωμένος στην αγκαλιά μου νιώθει τη μπόρα να έχει περάσει, θα ψιθυρίσει του Πέτρου το όνομα και όχι το δικό μου.
